Ariston Books, Chemin de la Colline 2, CH-1023 Crissier/Lausanne, Switzerland

Σαν σήμερα: 4 Οκτωβρίου

1919: Ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει την Ξάνθη από τους Βουλγάρους. Κατά τον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, τον Νοέμβριο 2012, η πόλη είχε καταληφθεί από βουλγαρικές δυνάμεις, και μολονότι τον Ιούλιο 1913 ο ελληνικός στρατός την είχε απελευθερώσει προσωρινά, με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου του ίδιου έτους, η Ξάνθη είχε αποδοθεί στη Βουλγαρία. Η πλήρης ενσωμάτωση της Ξάνθης και συνολικά της Δυτικής Θράκης επισημοποιήθηκε με τη συνθήκη των Σεβρών στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920. 

1955: Πεθαίνει ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος. Ο Αλέξανδρος Παπάγος γεννήθηκε το 1883 στην Αθήνα και ήταν γιος γιος του υποστρατήγου Λεωνίδα Παπάγου και της Μαρίας Α. Αβέρωφ. Φοίτησε αρχικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1901-2) και σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Βρυξελλών (1902-4) και Σχολή Εφαρμογής Ιππικού της Υπρ (1904-6). Επέστρεψε στην Ελλάδα και το 1906 κατατάχθηκε στο στράτευμα με τον βαθμό του ανθυπιλάρχου. Το 1910 τοποθετήθηκε υπασπιστής του Ελ. Βενιζέλου ως υπουργού Στρατιωτικών. Υπηρέτησε στους βαλκανικούς πολέμους με τον βαθμό του υπιλάρχου και ως διαγγελέας του αρχιστρατήγου Διαδόχου Κωνσταντίνου.Το 1913 προήχθη σε υπίλαρχο και ανέλαβε υπηρεσία σε μάχιμες μονάδες, ενώ στην περίοδο 1913-14 εισήχθη στο Σχολείο Ανωτέρων Σπουδών. Το 1916 προήχθη στον βαθμό του επιλάρχου και διορίσθηκε επιτελάρχης της Ταξιαρχίας Ιππικού. Μετά την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου, παραιτήθηκε από το στράτευμα και στη συνέχεια εξορίσθηκε στις Κυκλάδες και την Κρήτη. Μετά τις εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών τον Νοέμβριο 1920 επανήλθε στην ενέργεια, προήχθη αναδρομικά σε αντισυνταγματάρχη, επανατοποθετήθηκε ως επιτελάρχης της Ταξιαρχίας Ιππικού και έπειτα της Μεραρχίας Ιππικού και συμμετείχε στη μικρασιατική εκστρατεία. Παρέμεινε στην υπηρεσία και μετά τη μικρασιατική καταστροφή, αλλά τον Οκτώβριο 1923, μετά το κίνημα των Λεοναρδόπουλου και Γαργαλίδη που κατεστάλη, αποστρατεύθηκε. Επανήλθε το 1926 στην ενέργεια και αποκαταστάθηκε με τον βαθμό του συνταγματάρχη. Φοίτησε στο Κέντρο Ανωτέρας Στρατιωτικής Εκπαιδεύσεως και στη συνέχεια τοποθετήθηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Ιππικού (1928-30). Το 1930 προήχθη σε υποστράτηγο και ανέλαβε υπαρχηγός ΓΕΣ (1931-33). Το 1935, όταν εκδηλώθηκε το κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών, τοποθετήθηκε διαδοχικά ως διοικητής του Γ΄ και έπειτα του Α΄ Σώματος Στρατού. Στις 10 Οκτωβρίου 1935 ηγήθηκε στρατιωτικού κινήματος μαζί με τον υποναύαρχο Δ. Οικονόμου και τον υποστράτηγο αεροπορίας Γ. Ρέππα και εξανάγκασαν την κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη σε παραίτηση, οπότε σχηματίσθηκε νέα κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Γ. Κονδύλη, ο οποίος ανέλαβε την πρωθυπουργία και ταυτόχρονα την αντιβασιλεία, με στόχο την άμεση παλινόρθωση της δυναστείας. Διεξήχθη δημοψήφισμα στις 3 Νοεμβρίου 1935 και κλήθηκε ο Γεώργιος Β΄ να επανέλθει. Μετείχε μαζί με τους πολιτικούς Σ. Μπαλάνο και Π. Μαυρομιχάλη της επιτροπής που μετέβη στο Λονδίνο για να ανακοινώσει στον Γεώργιο Β΄ το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Εν τω μεταξύ είχε αναλάβει από την ημέρα του πραξικοπήματος το υπουργείο Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Κονδύλη (10.10-30.11.1935) και το ίδιο χαρτοφυλάκιο στην κυβέρνηση Κ. Δεμερτζή (19.12.1935-5.3.1936), αφού προήχθη στις 15 Οκτωβρίου 1935 αναδρομικά σε αντιστράτηγο. Στο υπουργείο των Στρατιωτικών τον διαδέχθηκε ο Ιω. Μεταξάς, ο οποίος λίγο αργότερα θα προωθηθεί στην αντιπροεδρία και την προεδρία της κυβέρνησης. Τρεις ημέρες πριν από την 4η Αυγούστου 1936 ανέλαβε την αρχηγία του ΓΕΣ και ακολούθησε εργώδης προσπάθεια για τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας εν όψει ενός πιθανού πολέμου. Όταν εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση ανέλαβε την αρχιστρατηγία και υπήρξε αναμφισβήτητη η καθοριστική συμβολή του στον νικηφόρο αγώνα που ακολούθησε. Ωστόσο ήλθε επανειλημμένα σε αντίθεση με τους Βρετανούς απεσταλμένους, που επεδίωκαν με κάθε τρόπο να μεταφέρουν στο ελληνικό έδαφος το αγγλογερμανικό μέτωπο. Μετά τη γερμανική εισβολή και την κατάρρευση υπέβαλε την παραίτησή του και αποστρατεύθηκε, παραμένοντας ως ιδιώτης στην Αθήνα για να συμμερισθεί την τύχη των άλλων αξιωματικών και στρατιωτών υπό Κατοχή. Επικεφαλής της αντιστασιακής οργάνωσης «Στρατιωτική Ιεραρχία», τον Ιούλιο 1943 συνελήφθη από τις γερμανικές αρχές, την ίδια ημέρα που ανατράπηκε ο Μουσολίνι στη Ρώμη, μαζί με τους στρατηγούς Ι. Πιτσίκα, Κ. Μπακόπουλο, Π. Δέδε και Γ. Κοσμά οδηγήθηκε στη Γερμανία και εγκλείσθηκαν σε διάφορα γερμανικά στρατόπεδα, από τα οποία απελευθερώθηκαν τον Μάιο 1945. Μετά την επάνοδο του βασιλιά Γεωργίου Β΄ ονομάσθηκε επίτιμος γενικός υπασπιστής του και στην περίοδο 1947-49 διετέλεσε μέγας αυλάρχης του βασιλιά Παύλου. Τον Ιανουάριο 1949 ανακλήθηκε στην ενέργεια από την κυβέρνηση Σοφούλη και του ανατέθηκε η αρχιστρατηγία όλων των ενόπλων δυνάμεων στον Εμφύλιο, ώστε τον επόμενο Αύγουστο να έχει τερματισθεί ο αγώνας. Τον Οκτώβριο 1949 ονομάσθηκε στρατάρχης και του επιδόθηκε η στραταρχική ράβδος, ενώ συνέχισε να προσφέρει υπηρεσίες αναλαμβάνοντας την αρχηγία του ΓΕΕΘΑ (1950-51). Στις 30 Μαΐου 1951, παραμονή της ημέρας που θα υπέβαλε την παραίτησή του από την αρχηγία του ΓΕΕΘΑ για να ιδιωτεύσει και να πολιτευθεί, κύκλοι αξιωματικών πήραν την πρωτοβουλία εν είδει στάσεως να αξιώσουν την παραμονή του στην ηγεσία, αλλά με άμεση επέμβασή του το κίνημα κατεστάλη εν τη γενέσει του. Τρεις μήνες μετά την αποστράτευσή του ίδρυσε τον «Ελληνικό Συναγερμό», επικεφαλής του οποίου έλαβε μέρος στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 1951. Το νέο κόμμα έλαβε το 36% των ψήφων και 114 έδρες επί συνόλου 258, ενώ ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Αθηνών. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1952, που έγιναν με πλειοψηφικό σύστημα, ο Ελληνικός Συναγερμός συγκέντρωσε 49,22% και 247 έδρες επί συνόλου 300, λόγω του πλειοψηφικού συστήματος. Επικεφαλής τέτοιας ισχυρής πλειοψηφίας, ανέλαβε πρωθυπουργός (19.11.1952-4.10.1955) και συνέβαλε στην οικονομική και διοικητική αναδιοργάνωση της χώρας, ύστερα από παρατεταμένη και εξαντλητική πολεμική περίοδο. Σημαντική για την ανάμιξή του με την πολιτική ήταν η συμβολή του Σπ. Μαρκεζίνη, με τον οποίο όμως διαφώνησε τον Απρίλιο 1954. Υποστήριξε τον αγώνα για την απελευθέρωση του κυπριακού ελληνισμού με σθένος, γεγονός που αποτέλεσε σημείο σύγκρουσης με τη βρετανική πολιτική. Από τις αρχές του 1955 η υγεία του άρχισε να καταρρέει και παρά την κινητοποίηση των επιφανέστερων Ελλήνων και ξένων ιατρών οδηγήθηκε στον θάνατο και πέθανε στις 4 Οκτωβρίου 1955. Έγραψε τα βιβλία: «Ο Πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941» (1945), «Ο Ελληνικός Στρατός και η προς πόλεμον προπαρασκευή του από Αυγούστου 1923 μέχρι Οκτωβρίου 1940» (1945), «Δύο χρόνια στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως της Γερμανίας» (1945). (Πηγή: Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830-2016)

1974: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ιδρύει τη Νέα Δημοκρατία. Η Νέα Δημοκρατία, κόμμα που φιλοδοξεί να εκφράσει τη συντηρητική παράταξη, θα είναι ένα από τα δύο κόμματα, μαζί με το ΠΑΣΟΚ, που θα κυριαρχήσουν στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Πράγματι, η Νέα Δημοκρατία θα κυβερνήσει τη χώρα από το 1974 έως το 1981, με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από το 1974 έως το 1980 και τον Γεώργιο Ράλλη για την περίοδο 1980-81, από το 1990 έως το 1993 με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και από το 2004 έως το 2009 με πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή. Από το 2012 έως το 2015, η Νέα Δημοκρατία θα αποτελέσει τον βασικό εταίρο κυβερνήσεων συνεργασίας με πρωθυπουργό τον Αντώνη Σαμαρά


Leave a comment

Please note, comments must be approved before they are published

Back to the top