Σαν σήμερα: 24 Οκτωβρίου

1963: Η Βασιλική Σουηδική Ακαδημία Επιστημών τιμά με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Έλληνα ποιητή Γιώργο Σεφέρη, κορυφαίο εκπρόσωπο της γενιάς του '30.

Ο Φρέντυ Γερμανός κάλυψε την είδηση, με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, ως ανταποκριτής της Καθημερινής:

Χθες το βράδυ ο ποιητής εδέχθη εις την οικίαν του τους αντιπροσώπους τους Τύπου, με τους οποίους συνωμίλησεν επί της βραβεύσεώς του:

"Λοιπόν, τι θέλετε να πούμε; Πολύ χαίρομαι που σας βλέπω όλους στο σπίτι. Είμαι λίγο ζαλισμένος, ξαφνιασμένος. Σήμερα το μεσημέρι πήρα το τηλεγράφημα της Σουηδικής Ακαδημίας. Να, αυτό είναι".

Είναι ένα τσαλακωμένο χαρτί, ένα συνηθισμένο τηλεγράφημα. Αυτό το χαρτί δίνει στην Ελλάδα το πρώτο της Νομπέλ. Κι αυτά τα σύντομα λόγια, που κρύβουν ίσως τόση απλότητα όση και αμηχανία, είναι τα πρώτα λόγια που λέγει ο Γιώργος Σεφέρης στους δημοσιογράφους, μετά τη μεγάλη του νίκη.

Είμαστε μέσα στο μεγάλο σαλόνι του σπιτιού του, και ανακατεμένοι με συγγραφείς, με φίλους και συγγενείς του ποιητού, με φωτογράφους, με καπνούς τσιγάρων, με αστραπές που αναπηδούν μέσα από τις φωτογραφικές μηχανές. Εκεί, στην μέση, στέκεται τώρα, σαν καλά ριζωμένο δέντρο, ο Σεφέρης, ο πρώτος Έλληνας που κέρδισε το βραβείο Νομπέλ. 

Φορά ένα καφέ κοστούμι, με κόκκινη γραβάτα και κόκκινο μαντήλι, στριφογυρίζει μερικά συγχαρητήρια τηλεγραφήματα στα χέρια του και κυττάζει ανήσυχος το παράθυρο που μένει ανοιχτό. 

"Θα κρυώσετε, παιδιά. Δεν το κλείνετε. Αυτός ο καιρός είναι τρομερά επικίνδυνος".

Ο Χεμινγουαίη, όταν πήρε το Νομπέλ, έγινε σκνίπα από το μεθύσι. Ο Χάρολντ Λάξνες κλείστηκε στο δωμάτιό του. Ο Γιώργος Σεφέρης είναι απλούστατα ζαλισμένος. Σχεδόν ούτε ευτυχισμένος. Δεν το περίμενε, δεν το πίστευε ότι θα το έπαιρνε. Ως την τελευταία στιγμή νόμιζε ότι θα κέρδιζε την μάχη ο Γκράχαμ Γκρην. Ως σήμερα το μεσημέρι. Ως την στιγμή που ήρθε αυτό το τσαλακωμένο τηλεγράφημα...

"Εν ονόματι της Σουηδικής Ακαδημίας σας πληροφορούμε ότι αποφασίσαμε να σας απονείμουμε το Βραβείο Νομπέλ για την Λογοτεχνία του 1963. Θα μας κάνατε ευτυχείς αν..."

Η συνέχεια είναι μία πρόσκλησις στην Στοκχόλμη για την απονομή του βραβείου. Ο Σεφέρης κυττάζει ανήσυχα το ανοιχτό παράθυρο.

"Θέλω πολύ να πάω. Φαντάζομαι να τα καταφέρω. Φαντάζομαι η υγεία μου να μού το επιτρέψη..."

Η ατμόσφαιρα σιγά-σιγά ζεσταίνεται. Κάθε τόσο χτυπά το κουδούνι και μπαίνει μέσα λαχανιασμένος κάποιος αργοπορημένος - συνήθως δημοσιογράφος. Άλλωστε συνήθως οι αργοπορημένοι είναι δημοσιογράφοι.

Οι ερωτήσεις κυκλοφορούν στο σαλόνι σαν αόρατα βέλη. Το νομίζει για τον Πάμπλο Νερούντα, τον μεγάλο του αντίπαλο στην αναμέτρηση για το Νομπέλ. Ο Σεφέρης κουνά το κεφάλι του. Δεν τον ξέρει. Δεν μπορεί να νοιώσει έναν ποιητή όταν δεν μπορεί να τον διαβάση στη γλώσσα του.

"Να γιατί ξαφνιάζομαι με το βραβείο", λέγει ξαφνικά. "Πώς μπόρεσαν να διαβάσουν τα ποιήματά μου, που είναι τόσο ελληνικά - πώς μπόρεσαν να τα νοιώσουν". 

Πιστεύει ότι το βραβείο του δόθηκε για ένα ωρισμένο έργο; "Όχι, δεν νομίζω". 

Κάποιος του ζητά να μιλήση για το έργο του. Ο Σεφέρης μπαίνει πάλι ανήσυχος μέσα στην φωλιά του. Δεν έχει να πη τίποτε για το έργο του. Το δημοσιευμένο δεν ανήκει πια στον ίδιο. Το αδημοσίευτο...

Η φράση μένει ατέλειωτη.

"Διαλέγοντας έναν Έλληνα ποιητή για το βραβείο Νομπέλ νομίζω πως η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να εκδηλώση την αλληλεγγύη της με την ζωντανή πνευματική Ελλάδα".

Έτσι αρχίζει το σύντομο κείμενο που έγραψε ο Σεφέρης για να το δώση στον Τύπο, όταν πληροφορήθηκε το μεγάλο νέο. Και συνεχίζει:

"Εννοώ αυτή την Ελλάδα για την οποία τόσες γενεές αγωνίσθηκαν προσπαθώντας να κρατήσουν ό,τι ζωντανό από την μακρινή παράδοσή της. Νομίζω ακόμη ότι η Σουηδική Ακαδημία θέλησε να δείξη ότι η σημερινή ανθρωπότης χρειάζεται και την ποίηση - κάθε λαού - και το ελληνικό πνεύμα". 

Τα κείμενα μοιράζονται, οι φωτογράφοι βρίσκουν πάλι την ευκαιρία να εκτοξεύσουν τις αστραπές τους. 

Ανάμεσά τους κυκλοφορεί γλυκειά και ευτυχισμένη η γυναίκα του ποιητή, η κ. Μαρία Σεφέρη, σφιγμένη μέσα σε ένα λιτό μαύρο φόρεμα. Μοιάζει σα να ξεκόλλησε από κάποιο παλιό πίνακα, φέρνει μαζί της το άρωμα μιας αρχοντιάς ενός άλλου κόσμου.

Ο Σεφέρης συνεχίζει:

"Ναι, το πιστεύω σταθερά. Η ανθρωπότητα χρειάζεται την ελληνική ανθρωπιά. Δεν πρέπει να την κλωτσήση αυτή τη φορά".

Θα είχε να δώση κάποιο μήνυμα για τους νέους - για τη νέα ελληνική γενιά;

"Υπάρχουν πολλές νέες δυνάμεις στον τόπο αυτό. Δεν θέλω να αναφέρω ονόματα. Θέλων να πω μόνο ότι σέβομαι στην προσπάθεια - οπουδήποτε την ανακαλύπτω. Σέβομαι την δουλειά. Πρέπει να μάχονται οι νέοι, ξεκινώντας από την πίστη ότι ο κόσμος αρχίζει μαζί τους". 

Κάποιος του ζητά να μιλήση για την ζωή του, να πη ένα στιγμιότυπο - κάτι χαρακτηριστικό.

Ο Σεφέρης απλώνει τα χέρια του.

"Τι να πω για τη ζωή μου; Νομίζω ότι δεν έκανα τίποτε. Το νομίζω ειλικρινά. Θα ήθελα να είχα άλλη μια ζωή μπροστά μου, για να κάνω όλα όσα θα ήθελα. Θυμάμαι τώρα τα λόγια ενός Κινέζου ζωγράφου. Στα 70 του χρόνια άρχισε να αισθάνεται ότι επιτέλους ζωγράφιζε. Στα 80 ήταν ακόμη καλύτερος. Και στα 100 - ω ναι! - στα 100 θα ήταν τέλειος".

Πάλι χτυπά το κουδούνι. Η κ. Σεφέρη προβάλλει στην πόρτα.

"Γιώργο, ο Ηλίας".

Είναι ο κ. Ηλίας Βενέζης με την κόρη του. Ο ποιητής αγκαλιάζει τον συγγραφέα, φιλιούνται σταυρωτά. Δυο Μικρασιάτες, ένας είναι από την Σμύρνη, ο άλλος από το Αϊβαλί. Η αιολική γη εορτάζει.

Η ώρα έχει περάσει, αλλά μία τελευταία ερώτησις φεύγει την τελευταία στιγμή από κάπου και μας βρίσκει όλους κατάστηθα.

"Είσθε ο πρώτος Έλλην συγγραφεύς που παίρνει Νομπέλ - δεν είναι έτσι κ. Σεφέρη;"

Η ελληνική διανόησις εορτάζει, αλλά ο ελληνικός Τύπος εθρήνησε - τουλάχιστον εκείνη την στιγμή... 

Η Καθημερινή, 25 Οκτωβρίου 1963


Leave a comment

Please note, comments must be approved before they are published