Σαν σήμερα: 11 Οκτωβρίου

1862: Εκθρονίζεται ο Όθων (1815-1867), ο πρώτος βασιλιάς της νεώτερης Ελλάδας. Ο Όθων γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ και ήταν γιος του βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄. Η επιλογή του από τις Μεγάλες Δυνάμεις έγινε το 1832 και τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου εγκρίθηκε από την Εθνοσυνέλευση. Τριμελής ελληνική αντιπροσωπεία ταξίδεψε στο Μόναχο και επέδωσε το ελληνικό ψήφισμα στον 17χρονο τότε πρίγκιπα της Βαυαρίας Όθωνα, ο οποίος το αποδέχθηκε και ετοιμάσθηκε για να έλθει στην Ελλάδα και να αναλάβει τα νέα καθήκοντά του. Ταξίδεψε μέσω Ιταλίας και έφθασε στο λιμάνι του Ναυπλίου τον Ιανουάριο 1833 επιβαίνοντας στην αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Συνοδευόταν από την τριμελή αντιβασιλεία, που είχε ορίσει ο Λουδοβίκος Α΄, και την αποτελούσαν οι Μάουρερ και Χάιντεκ, με επικεφαλής τον Άρμανσμπεργκ. Και τα τρία πρόσωπα ήταν αποδεκτά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, διότι ο πατέρας του Όθωνα τα είχε επιλέξει με σοφία, καθώς τελικά ο Άρμανσμπεργκ ήταν αγγλόφιλος, ο Μάουρερ γαλλόφιλος και ο Χάιντεκ ρωσόφιλος. Ο Λουδοβίκος είχε μεριμνήσει και για την αποστολή συνολικής δύναμης 3.800 Βαυαρών στρατιωτικών, οι οποίοι σε οποιαδήποτε περίπτωση θα παρείχαν ασφάλεια στον νεαρό βασιλιά, ταυτόχρονα όμως θα στήριζαν την οργάνωση του νέου ελληνικού στρατού. Στην πραγματικότητα ο αριθμός αυτός ήταν πολύ μεγαλύτερος, διότι σταδιακά άρχισαν στα επόμενα χρόνια να φθάνουν και άλλοι Βαυαροί ιδιώτες που αναζητούσαν νέες ευκαιρίες. Έτσι λοιπόν ήλθαν επαγγελματίες, ειδικευμένοι τεχνίτες, διάφοροι επιστήμονες, ακόμη και καλλιτέχνες, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και άλλες πόλεις. Η τριπρόσωπη αντιβασιλεία ίσχυσε μέχρι το 1835, έχοντας προλάβει μέσα σε δύο χρόνια να προκαλέσουν αντιπαθητική εικόνα στον λαό, αναντίστοιχη προς τις προσπάθειές τους να δημιουργήσουν ένα μικρό αλλά σταθερό και ευνομούμενο κράτος. Το 1834 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα και στις 20 Μαΐου 1835 ο Όθων χειραφετήθηκε και ανέλαβε πλήρως τα καθήκοντά του, καθώς έληγε το καθεστώς της αντιβασιλείας, που τόσες εχθρότητες είχε δημιουργήσει, όπως και πικρίες ανάμεσα στους αγωνιστές της Επανάστασης. Το 1836 νυμφεύθηκε την πριγκίπισσα Αμαλία του Ολδεμβούργου, η οποία μόλις έφθασε στην Ελλάδα φάνηκε διατεθειμένη να αναλάβει ορισμένους τομείς κρατικής δράσης, όπως η φιλανθρωπία και το περιβάλλον. Την απομάκρυνση του Άρμανσμπεργκ προσπάθησε ο Όθων να την υποκαταστήσει με εντονότερη προσωπική του δραστηριότητα και ανέλαβε ο ίδιος την πρωθυπουργία (20.12.1837-10.2.1841 και 10.8.1841-3.9.1843), στηριζόμενος σε Έλληνες πολιτικούς, οι οποίοι του υπέβαλλαν το όραμα της Μεγάλης Ιδέας που πρόθυμα ασπάσθηκε. Ελισσόμενος ανάμεσα στα συμφέροντα και τους αντικρουόμενους στόχους των Μεγάλων Δυνάμεων, θεώρησε δεδομένη την απόλυτη μοναρχία ως καθεστώς διοίκησης και αμέλησε την εκπόνηση συνταγματικού χάρτη που να διασφαλίζει τις ατομικές ελευθερίες. Το έλλειμμα αυτό εκμεταλλεύθηκαν οι αντίπαλοί του, με την παρότρυνση της αγγλικής πολιτικής, και οργανώθηκε η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, η οποία εξανάγκασε τον Όθωνα να αποδεχθεί τη σύγκληση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης και καταληκτικά την ψήφιση του πρώτου Ελληνικού Συντάγματος (1844). Και με την ύπαρξη συντάγματος ο Όθων εξακολούθησε να διαθέτει κυριαρχικές εξουσίες, που τις αξιοποιούσε με τον απώτερο μεγαλοϊδεατικό στόχο, παρά τις αντιδράσεις των Μεγάλων Δυνάμεων είτε συνολικά είτε κατά περίπτωση, ιδίως όμως της Αγγλίας. Τα διάφορα κρίσιμα γεγονότα, όπως τα Μουσουρικά (1847), τα Πατσιφικά (1849) ή τα Παρκερικά (1850) οδήγησαν τελικά στην αύξηση της δημοτικότητας του Όθωνα, η οποία επιτάθηκε όταν εκδήλωσε πιο συγκεκριμένα τις αλυτρωτικές βλέψεις του με την οργάνωση του κινήματος στη Θεσσαλία το 1854. Η αγγλογαλλική κατοχή στην Ελλάδα, που ακολούθησε (1854-57), μαζί με την επιδημία της χολέρας, κατέστησε ακόμη συμπαθέστερο το βασιλικό ζεύγος για την εθνική αξιοπρέπεια και την κοινωνική δράση, με τις οποίες αντιμετώπισε τη νέα εθνική ταπείνωση. Ταυτόχρονα όμως συσπείρωσε εναντίον του την εχθρότητα των ξένων κυβερνήσεων, οι οποίες μέσω των παρασκηνιακών μηχανισμών τους κατάφεραν να υπονομεύσουν την πολιτική κατάσταση και να προκαλέσουν σταδιακά ένα μεγάλο αντιδυναστικό ρεύμα, αξιοποιώντας τα λάθη του Όθωνα στην εσωτερική πολιτική και τους τοπικούς ανταγωνισμούς που ποτέ δεν έπαψαν. Ήδη από τους πρώτους μήνες του 1862 άρχισαν να εκδηλώνονται τοπικά στασιαστικά κινήματα, όπως τα Ναυπλιακά και τα Κυθνιακά, που το φθινόπωρο πήραν από τη Βόνιτσα και το Μεσολόγγι αστραπιαία ταχύτητα μέχρι που στις 10 Οκτωβρίου 1862 η επανάσταση έφθασε στην Αθήνα και επέβαλε την έκπτωσή του από τον θρόνο, ενώ ταυτόχρονα υποχρεώθηκε σε παραίτηση η κυβέρνηση του Γενναίου Κολοκοτρώνη, που αντικαταστάθηκε με άλλη υπό τον Δ. Βούλγαρη. Ο ίδιος και η σύζυγός του βρίσκονταν σε περιοδεία στην Πελοπόννησο και επέσπευσαν την επιστροφή τους στην πρωτεύουσα μία ημέρα αργότερα, αλλά μπροστά στον κίνδυνο ευρύτερης αιματοχυσίας ο Όθων πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τον θρόνο και την Ελλάδα. Επιβιβάσθηκε σε βρετανικό πολεμικό, με το οποίο απομακρύνθηκε συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και μερικούς πιστούς του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής στη Βαυαρία. Τελικά η αιματοχυσία δεν αποτράπηκε, αφού ακολούθησαν οι εμφύλιες συγκρούσεις πεδινών-ορεινών, που κράτησαν ένα χρόνο. Οι έκπτωτοι βασιλείς εγκαταστάθηκαν στην πόλη Βαμβέργη, όπου ο Όθων πέθανε σε ηλικία 52 ετών, φορώντας ελληνική εθνική στολή. Πηγή: Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεωτέρου Ελληνισμού 1830-2016.

 


Leave a comment

Please note, comments must be approved before they are published