Σαν σήμερα: 1 Νοεμβρίου

1968: Φεύγει από τη ζωή ο Γεώργιος Παπανδρέου, μία από τις σημαντικότερες πολιτικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Ο Γεώργιος Παπανδρέου γεννήθηκε στο Καλέντζι Αχαΐας και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πολιτικές και οικονομικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Βερολίνου. Επανήλθε στην Ελλάδα το 1915 και διορίσθηκε νομάρχης Λέσβου, αλλά παραιτήθηκε μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε διευθυντής του Πολιτικού Γραφείου του Ελευθερίου Βενιζέλου (1916). Μετέβη στη Μυτιλήνη, μετά την εκδήλωση του κινήματος Θεσσαλονίκης, και ανέλαβε εκπρόσωπος της προσωρινής κυβέρνησης. Μετά την εκθρόνιση του Κωνσταντίνου τοποθετήθηκε ως γενικός διοικητής Χίου (1917-20). Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 κατέφυγε ως αντιπολιτευόμενος στην Κωνσταντινούπολη και έπειτα επέστρεψε στην Αθήνα. Στις 8 Απριλίου 1921 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Πατρίς» άρθρο του που υποδείκνυε την παραίτηση του βασιλιά, με αποτέλεσμα να συλληφθεί, να παραπεμφθεί σε στρατοδικείο και να παραμείνει φυλακισμένος επί τέσσερις μήνες. Με την Επανάσταση του 1922 δραστηριοποιήθηκε ως πολιτικός σύμβουλος των επαναστατών και έλαβε μέρος στην κυβέρνηση Γονατά ως υπουργός Εσωτερικών (9.1-18.10.1923). Εξελέγη βουλευτής Λέσβου με το Κόμμα Φιλελευθέρων στις εκλογές 1923 και έλαβε μέρος στην κυβέρνηση Ανδρ. Μιχαλακόπουλου ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας (15-26.6.1925). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Πάγκαλου συνελήφθη και εκτοπίσθηκε. Επανεξελέγη ως βουλευτής Λέσβου στις εκλογές 1926, 1928, 1932 και 1933. Διετέλεσε στις κυβερνήσεις Βενιζέλου ως υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (2.1.1930-26.5.1932) και Συγκοινωνίας (16.1-6.3.1933). Τον Μάρτιο 1935, μετά την αποτυχία του κινήματος και αφού ο Βενιζέλος δήλωσε ότι αποσύρεται οριστικά από την πολιτική, ίδρυσε το Δημοκρατικό Κόμμα (αργότερα μετονομάσθηκε σε Δημοκρατικό Σοσιαλιστικό) και έλαβε μέρος με τον Δημοκρατικό Συνασπισμό στις εκλογές 1936, οπότε επανεξελέγη βουλευτής Λέσβου. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά εξορίσθηκε στα Κύθηρα και την Άνδρο. Επί Κατοχής συνελήφθη από τις ιταλικές αρχές και τον Απρίλιο 1944 κλήθηκε στη Μέση Ανατολή, όπου διέφυγε με τη σύζυγό του και τον νεώτερο γιο του, και σχημάτισε διμελή κυβέρνηση ως πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, Δικαιοσύνης, Οικονομικών, Στρατιωτικών και Αεροπορίας (26.4-24.5.1944). Παράλληλα διεξήχθη το Συνέδριο του Λιβάνου, στη διάρκεια του οποίου συμφωνήθηκε το «Εθνικό Συμβόλαιο» και διευρύνθηκε η κυβέρνησή του. Στην ανανεωμένη κυβέρνησή του διατήρησε τα υπουργεία Εξωτερικών και Στρατιωτικών, ενώ η έδρα της μεταφέρθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου 1944 στη Νεάπολη Ιταλίας. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών επέστρεψε στην Ελλάδα, επικεφαλής των υπουργών και των στελεχών της δημόσιας υπηρεσίας που είχαν παραμείνει στην εξορία, και στις 18 Οκτωβρίου 1944 ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη. Παρά την ελπίδα του ότι θα μπορούσε να αποτρέψει την επικείμενη σύγκρουση, σημειώθηκαν τα Δεκεμβριανά, μια από τις τραγικότερες φάσεις της σύγχρονης Ελλάδας. Παραιτήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1945 και τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία ο στρατηγός Ν. Πλαστήρας. Επικεφαλής του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος και σε συνεργασία με τους Σ. Βενιζέλο και Π. Κανελλόπουλο έλαβε μέρος στις εκλογές 1946 και επανεξελέγη βουλευτής Αχαΐας. Συμμετείχε στην κυβέρνηση Πουλίτσα ως υπουργός άνευ Χαρτοφυλακίου (4.4-18.4.1946), ενώ κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου έλαβε μέρος στην κυβέρνηση Μαξίμου ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας (24-27.1.1947) και Εσωτερικών (27.1-29.8.1947). Στις εκλογές του 1950 το κόμμα του επέτυχε να εξασφαλίσει 35 έδρες. Ο ίδιος εξελέγη και πάλι στην Αχαΐα. Έλαβε μέρος στην κυβέρνηση Πλαστήρα ως αντιπρόεδρος και υπουργός Εσωτερικών (15.4-5.7.1950) και στην κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου ως αντιπρόεδρος και υπουργός Δημοσίας Τάξεως (5.7-21.8.1950), παραμένοντας ως αντιπρόεδρος και στις επόμενες κυβερνήσεις Σ. Βενιζέλου μέχρι τις 4 Ιουλίου 1951, ενώ για ένα διάστημα υπήρξε υπουργός Συντονισμού και Παιδείας (1.2-4.7.1951). Στις εκλογές Σεπτεμβρίου 1951 δεν επανεξελέγη και στις εκλογές Νοεμβρίου 1952 εξελέγη ως βουλευτής Πατρών συνεργαζόμενος με τον Ελληνικό Συναγερμό. Τον Μάιο 1953 συγχώνευσε το κόμμα του με το Κόμμα Φιλελευθέρων και έγινε συναρχηγός του τελευταίου, ενώ από τον Απρίλιο 1954 ανέλαβε μόνος του αρχηγός του κόμματος και επικεφαλής συνασπισμού εξελέγη και πάλι βουλευτής Αχαΐας στις εκλογές 1956, καθώς και στις εκλογές 1958. Λίγο πριν από τις εκλογές του Οκτωβρίου 1961, συμμετείχε στην ίδρυση νέου κόμματος, της Ενώσεως Κέντρου, που το αποτέλεσαν 19 μικρότερα κόμματα και εξελέγη οκταμελής ηγεσία με πρώτο μεταξύ ίσων τον Γ. Παπανδρέου. Επικεφαλής της Ε.Κ. το νέο κόμμα αναδείχθηκε ως αξιωματική αντιπολίτευση στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου 1961, για την ομαλή διεξαγωγή των οποίων προβλήθηκαν αμφισβητήσεις από την αντιπολίτευση και στη συνέχεια διεξήχθη ο «Ανένδοτος Αγώνας». Στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 η Ένωση Κέντρου πλειοψήφισε, αλλά δεν επέτυχε αυτοδυναμία, ενώ ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Αχαΐας (όπως και στις εκλογές 1961) και έλαβε από τον βασιλιά Παύλο εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Ο Γ. Παπανδρέου ανέλαβε πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας (8.11-31.12.1963), αλλά η κυβέρνησή του μη λαμβάνοντας ψήφο εμπιστοσύνης παραιτήθηκε και προκηρύχθηκαν νέες εκλογές, που ανέλαβε να διεξαγάγει υπηρεσιακή κυβέρνηση υπό τον Ιω. Παρασκευόπουλο. Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 η Ένωση Κέντρου συγκέντρωσε το 53% των ψήφων και 174 έδρες (ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης και ο γιος του Ανδρέας βουλευτής Αχαΐας) και ανέλαβε πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας (19.2-15.7.1965). Στο διάστημα της τελευταίας πρωθυπουργίας του, προέκυψε η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ, μιας συνωμοτικής οργάνωσης στο στράτευμα, επικεφαλής της οποίας κατηγορήθηκε ότι βρισκόταν ο γιος του Ανδρέας Παπανδρέου. Η υπόθεση αυτή βρισκόταν υπό διερεύνηση εκ μέρους της στρατιωτικής δικαιοσύνης, όταν ο Γ. Παπανδρέου αποφάσισε να απομακρύνει τον μέχρι τότε στενό από εικοσαετίας και πλέον πολιτικό του φίλο Π. Γαρουφαλιά, υπουργό Εθνικής Άμυνας, προκειμένου να επωμισθεί ο ίδιος το υπουργείο. Η αλλαγή αυτή προκάλεσε διαφωνία του με τον νεαρό βασιλιά Κωνσταντίνο, η οποία κατέληξε στις 15 Ιουλίου 1965 στην παραίτηση της κυβέρνησης. Ακολούθησε ο σχηματισμός αλλεπάλληλων κυβερνήσεων από ηγετικά μέχρι τότε στελέχη της Ένωσης Κέντρου (Γ. Αθανασιάδης-Νόβας, Ηλ. Τσιριμώκος και Στ. Στεφανόπουλος), που χαρακτηρίσθηκαν ως «κυβερνήσεις αποστασίας» και έδωσαν αφορμή για πολυπληθείς λαϊκές κινητοποιήσεις, τα λεγόμενα «Ιουλιανά». Η τρίτη κυβέρνηση των «αποστατών» υπό τον Στ. Στεφανόπουλο, αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Παπανδρέου, επέτυχε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης ενώπιον της Βουλής και διατηρήθηκε στην εξουσία για μεγάλο διάστημα. Τον Δεκέμβριο 1966 πραγματοποιήθηκαν μυστικές συναντήσεις μεταξύ του Γ. Παπανδρέου, του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Π. Κανελλόπουλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου, οι οποίοι αποφάσισαν την εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης με την ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου και τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών στις 28 Μαΐου 1967. Στη διάρκεια του προεκλογικού αγώνα, στις 21 Απριλίου 1967, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα και ο ίδιος συνελήφθη, κρατήθηκε προσωρινά στο Γουδί και στο Πικέρμι και τελικά τέθηκε υπό κατ’ οίκον περιορισμό στην κατοικία του στο Καστρί. Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας προέβη επανειλημμένα σε δηλώσεις καταγγελίας του καθεστώτος. Τον Οκτώβριο 1968 εγχειρίσθηκε στον «Ευαγγελισμό» λόγω γαστρορραγίας και τη νύχτα της 31ης Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου πέθανε. Στις 3 Νοεμβρίου κηδεύθηκε με την παρουσία εκατοντάδων χιλιάδων λαού. Σε πρώτο γάμο είχε νυμφευθεί τη Σοφία Μινέικο, με την οποία απέκτησε ένα γιο, τον μετέπειτα πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, και σε δεύτερο με την ηθοποιό Κυβέλη, με την οποία απέκτησε τον Γεώργιο Γ. Παπανδρέου. Συγγραφέας μεταξύ άλλων των βιβλίων: «Ελληνικόν Μέλλον» 1914, «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος» 1945, «Πολιτικά Θέματα» (4 τόμοι). Πηγή: Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια του Νεώτερου Ελληνισμού 1830-2016.

Leave a comment

Please note, comments must be approved before they are published